YBONNH

woman dark

Μεσημέρι στον κάμπο. Τα τζιτζίκια χτυπούν μέσα στις φλέβες και κανείς δεν τα ακούει πια. Η κουρτίνα αναδεύει με κόπο μπροστά στα κουφωτά ξύλινα πατζούρια.

Η κοπέλα είναι αφημένη στον καναπέ με τα πόδια ανοιχτά να κρατάνε κόντρα στο τραπεζάκι. Μασάει τσίχλα με τα μάτια μισόκλειστα και το πρόσωπο της ακολουθεί την επαναλαμβανόμενη κίνηση του ανεμιστήρα.

Ο Τάκης γονάτισε δίπλα της και ακούμπησε το κεφάλι του στην κοιλιά της.

“Μωρό μου, τι τρέχει τώρα μέσα στο κεφαλάκι σου” μουρμούρισε σιγά.

“Ερωτικές φαντασιώσεις” απάντησε χωρίς να κουνηθεί .

“Βάλε με και μένα” ψιθύρισε, από την ίδια θέση.

“Δεν μπορώ μωρό μου”

“Γιατί δεν μπορείς ?”

“Γιατί δεν είμαι ούτε και εγώ. Αυτό το έργο παίζεται χωρίς εμένα.”

“Θέλεις να μου το περιγράψεις να το παίξουμε μαζί?”

“Αδύνατον”

“Γιατί ?”

“Δεν ταιριάζει το κάστινγκ”.

“Γιατί ρε Υβόννη τι κάστινγ έχεις κάνει” ρώτησε σηκώνοντας το κεφάλι του από το μαξιλαράκι της κοιλιάς και μαζί και τον τόνο της φωνής του.

“Λοιπόν. Ξέρεις κάτι ρε Τάκη” αρχίζει και συγχρόνως ανασηκώνεται  σα να ξύπνησε.”Ξέρεις τι δεν μου κολλάει σε σένα? Η προφορά σου. Ακούγεται το “λάμδα” το “Νι”, κόβεις τις λέξεις. Πώς να γίνει ατμόσφαιρα με τέτοιο ήχο?”

“Καλά ρε Υβοννάκη, γιατί δεν βρήκες τότε κανένα πρωτευουσιάνο να σου κάνει ατμόσφαιρα με τα φωνήεντα? Έπρεπε να είχες μείνει με την αδελφάρα που ήσουν όταν σε γνώρισα, που έκανε και μαθήματα ορθοφωνίας.

“Γαμώ την πουτάνα μου γαμώ”, γρύλισε ο Τάκης μέσα από τα δόντια του σφίγγοντας τις γροθιές του.

Σηκώθηκε με μια κίνηση όρθιος, ξεδιπλώνοντας το σώμα του μπροστά της. Το ωστικό κύμα της κίνησης του κορμιού του, έφερε στη μύτη της τη μυρωδιά του σαπουνιού του. Την τύλιξε και εισχώρησε μέσα της  διατρέχοντας  όλο το σώμα της . Σαν αφροδισιακό ενεργοποίησε ένα κύμα ερωτικής επιθυμίας που την μούδιασε και την ύγρανε. Άρχισε να ανασαίνει πιο αργά και βαθιά καθώς το βλέμμα της ακουμπούσε στην λουστρινένια πλάτη του.

Καταλάβαινε πόσο περίπλοκο θα ήταν τώρα, να τον καλέσει κοντά της.

Έτσι όπως αιωρούνταν στην πηχτή ζέστη του μεσημεριού, σκέφτηκε πως θα ήταν πολύ ωραία εάν το απολάμβανε μόνη της. Να απολαύσει μόνη της τον Τάκη. Την εικόνα του Τάκη, την μυρωδιά του, την ανάμνηση του, χωρίς τον ίδιο. Αυτό είναι το απόσταγμα του, η πεμπτουσία του, σκεπτόταν και βυθιζόταν όλο και πιο πολύ στον εαυτό της ξεχνώντας την φυσική του διάσταση.

“Τότε τι θες μαζί μ’ γαμώ την πουτάνα μου γαμώ” εξερράγη ο Τάκης. Ο ανεμιστήρας τον ακολουθεί πιστά στο νευρικό πέρα δώθε του.

Η Υβόννη χαμογέλασε και χωρίς να ανοίξει τα μάτια της, του απάντησε  αυτό που ο κάθε άνδρας θα ήθελε να ακούσει από την ερωμένη του.

“Είσαι ο καλύτερος…με διαφορά. Θέλω το σώμα σου, θέλω τον πούτσο σου. Θέλω σαν τρελή τα γαμήσια που μου κάνεις και δεν θέλω να φανταστώ τη ζωή μου χωρίς αυτά”.

Η ερωτική επιθυμία είχε αιχμαλωτίσει  σώμα και πνεύμα οδηγώντας την στο παραλήρημα.

 “Γι αυτό σε ακολουθώ σ’ αυτό τον κολασμένο τόπο και θα σε ακολουθούσα ακόμα και στην έρημο της Σαχάρας  και στους πάγους της Ανταρκτικής. Είμαι έτοιμη να φορέσω μπούρκα και να κλειστώ σε ένα σπίτι να σε περιμένω. Μπορώ να περάσω την υπόλοιπη ζωή μου ανάσκελα , αρκεί να είσαι εσύ από πάνω μου ή από πίσω μου…όπως προτιμάτε ” ψιθύρισε με ένα πονηρό μισό γελάκι.

Δεν πρόλαβε να συνεχίσει γιατί μια ισχυρή σύγκρουση με το μάγουλο της έστειλε το κεφάλι της στην άλλη άκρη του καναπέ. Άνοιξε διάπλατα τα μάτια της, η ερωτική ζάλη του μεσημεριού είχε εξαφανιστεί σαν τζίνι που επέστρεψε στο λυχνάρι του. Πριν προλάβει να ρωτήσει ή να πει κάτι, ένα δεύτερο χαστούκι προκάλεσε άλλη μια σύγκρουση στέλνοντας  την να γνωρίσει και την άλλη πλευρά του καναπέ.  Μετά την έπιασε από τις μασχάλες και την σήκωσε σαν πούπουλο φέρνοντας το πρόσωπο της κοντά στο δικό του.

“Ακου Υβοννάκη, αυτές τις μαγκιές να τις ξεχάσεις με μένα. Εγώ δεν είμαι καμιά αδελφή για να μου παριστάνεις την πουτάνα και εγώ δήθεν να τη βρίσκω. Άλλο το κρεβάτι μας άλλο μετά. Το έπιασες? Κι άμα νομίζεις ότι όλα αυτά που έλεγες με ανεβάζουν είσαι σε λάθος κρεβάτι.” Είπε τονίζοντας τις δύο τελευταίες λέξεις και αφήνοντας την επιτέλους πάλι στον καναπέ.

“Αλλά είστε τόσο ξελιγωμένες, συνέχισε , που νομίζετε ότι η πουτανιά και η προστυχιά είναι απελευθέρωση. Η γυναίκα μου θέλω να είναι κυρία. Αυτό είναι το δύσκολο. Το ξέκωλο είναι εύκολο κούκλα μου. Μην κοιτάς που τόσα χρόνια είχες να κάνεις με αδερφές εκεί στα γραφεία της Αθήνας.

Και με τις τελευταίες λέξεις σήκωσε ένα ποτήρι που βρέθηκε μπροστά του, όχι για να πιει στην υγειά της αλλά για να το πετάξει με δύναμη στον απέναντι τοίχο, βρίζοντας .

Η Υβόννη είχε μείνει αποσβολωμένη στον καναπέ, αναποφάσιστη. Μετέωρη ανάμεσα σε μια βαθιά ικανοποίηση που την προκαλούσε η αντίδραση του και στις σκέψεις που την συμβούλευαν να αντιδράσει  και να μην επιτρέψει να περάσει κάτι τέτοιο έτσι, χωρίς καμία ενέργεια από μέρους της. Ήταν και η ζέστη που δεν της άφηνε  στάλα κουράγιο. Ένοιωθε πως καθόλου δεν την είχαν ενοχλήσει όλα αυτά αντίθετα μάλλον ένοιωθε στο βάθος να βολεύεται στη θέση της γυναίκας όπως την εννοούσε ο Τάκης. Μάλιστα κρυφά μέσα της αυτή η επίδειξη δύναμης  τροφοδοτούσε την επιθυμία της για αυτόν τον άνδρα .

Αυτή η άσχετη και αναίτια επιθυμία για έναν άνδρα που καμία λογική διεργασία δεν  θα έφερνε ποτέ κοντά της. Πως γίνεται ένα σώμα από μόνο του να εξαφανίζει τα πάντα γύρω του. Να τα κάνει να φαίνονται χλωμά και μακρινά.

Έτσι σιώπησε. Οι σκέψεις χλώμιασαν. Έμεινε η ανάσα της, ο ανεμιστήρας και τα τζιτζίκια. Ο Τάκης βρόντηξε την πόρτα πίσω του και εκείνη άνοιξε την τηλεόραση.

Βλέπει το “Πρόγευμα στο Tiffany’s” είναι η αγαπημένη της ταινία. Χαζεύει την Οντρευ . “Τι να εννοεί ο Τάκης με το “Κυρία” άραγε.

Φαντάστηκε τον εαυτό της ντυμένo με Max Mara και πασαλειμμένη  autan, να τρώει παϊδάκια στην ταβέρνα .

Θραύσματα ημερολογίου

masao yamamoto

Γεννήθηκα σε ένα τάφο. Για αυτό άρχισα να ζω την ζωή αντίστροφα από το τέλος προς την αρχή. Πρώτα υπήρξα γριά και μετά νέα. Ήξερα πως μόλις γινόμουν παιδί θα πέθαινα. Έτσι λοιπόν εγώ δεν γύρισα ποτέ να κοιτάξω πίσω.  Γιατί το πίσω ήταν η άβυσσος. Τα πρώτα 20 χρόνια ήταν σαν να ανέβαινα αγωνιωδώς από το έρεβος στην επιφάνεια. Πότε νόμιζα πως έβλεπα το φως του ήλιου να αντανακλά στην επιφάνεια και πότε νόμιζα πως όλα είναι μια ψευδαίσθηση και δεν υπάρχει τέλος σ’αυτή την άβυσσο. Κι εκεί που απογοητευόμουν και σταματούσα η εντολή μέσα μου με πρόσταζε να συνεχίσω. Έπρεπε ή να βρω το κουράγιο να γίνω αυτόχειρας ή να βρω το κουράγιο να παλέψω. Προτίμησα να παλέψω. Ο θάνατος  είναι το αναπόφευκτο.  

Όταν ήμουν παιδί δεν μου λέγανε παραμύθια. Πρέπει να ήταν ελάχιστα τα βιβλία αυτού του είδους που κυκλοφορούσαν στο σπίτι. Ενώ υπήρχαν άλλα βιβλία, χρήσιμα όπως έλεγαν, εγκυκλοπαίδειες και ένα σωρό άλλα γεμάτα γράμματα και χωρίς καμία εικόνα. Στο σπίτι μου συζητούσαν μόνο για πραγματικά θέματα. Δεν ήξεραν κανένα παραμύθι και καμία ιστορία.

Επίσης δεν ήξεραν κανένα τραγούδι και μουσική δεν ακούστηκε ποτέ σ’αυτό το σπίτι. Το ραδιόφωνο υπήρχε μόνο για να ακούμε ειδήσεις.  Στις γιορτές, γιατί τις γιορτάζαμε τις ονομαστικές εορτές , τον χαρμόσυνο χαρακτήρα τον έδιναν τα πολλά φαγητά και τα γλυκά. Τα ίδια πάντα. Λαχανοντολμάδες,  παστίτσιο και σαλάτα ποτέ κάτι διαφορετικό. Ίσως για το λόγο αυτό εγώ στο δικό μου σπίτι όταν είχα καλεσμένους για φαγητό, μαγείρευα πάντα κάτι που το έφτιαχνα για πρώτη φορά. Που είχα κόψει τη συνταγή από κάποιο ξένο περιοδικό και δεν το είχα δοκιμάσει ποτέ πριν. Ελάχιστο ποτό, καθόλου μουσική  και ενίοτε λουλούδια στα βάζα. Έρχονταν όλοι οι συγγενείς στις γιορτές. Τότε νόμιζα πως ήταν πολλοί. Μετά από χρόνια, όταν γνώρισα και άλλες οικογένειες κατάλαβα πως ήταν λίγοι και ηλικιωμένοι. Γι αυτό μετά από χρόνια δεν γιορτάζαμε πια. Οι καλεσμένοι μας είχαν πεθάνει και δεν μπορούσαν να μας τιμήσουν με την παρουσία τους. Με το θάνατο καθενός από αυτούς μεσολαβούσαν και κάποια χρόνια πένθους που οι γιορτές δεν επιτρέπονταν οπότε αυτές οι συγκεντρώσεις είχαν αντικατασταθεί από κηδείες και μνημόσυνα. Νομίζω πως η οικογένεια μου είχε ένα ιδιαίτερο ταλέντο στα πένθη. Ήταν exiting καταστάσεις. Ήταν γιορτές στα μέτρα τους. Είχαν το βασικό συστατικό, το τραπέζι και δεν χρειαζόταν ευθυμία. Ο θρήνος ήταν κάτι πολύ πιο βολικό και αγχολυτικό. Νοιώθεις πολύ πιο κοντά με τους γύρω σου. Πρέπει να πίστευαν πως ο φυσικός προορισμός του ανθρώπου είναι η θλίψη.

Θυμάμαι πως όσο ήμουν τόσο μικρή ώστε να βλέπω τον κόσμο από το ύψος του τραπεζιού και κάτω, οι εικόνες είχαν μαύρες  ρόμπες με γκρι κουμπιά , που από μέσα έβγαιναν γάμπες τυλιγμένες σε μαύρες ή καφέ βαμβακερές κάλτσες , μαύρες τσόχινες παντόφλες που περπατούσαν σε κίτρινα μωσαϊκά και πολλαπλά στρωσίδια το ένα πάνω από το άλλο. Αυτή η μανία να στρώνονται τα δωμάτια με πολλαπλά στρωσίδια το ένα πάνω από το άλλο και το ομορφότερο κάτω απ’ όλα, για να μην λερώνει, για να μην χαλάει, για να μην φαίνεται τελικά. Να ξέρουμε πως υπάρχει αλλά όχι για εμάς, όχι για σήμερα. Για όταν χρειαστεί. Για μια ειδική περίπτωση. Όταν επιτέλους έρχονταν οι περί ου ο λόγος ειδικές περιπτώσεις, διαρκούσαν λίγο και δεν μου έφταναν . Ζούσαν μόνο μια μέρα. Άνοιγε το σαλόνι, στρώνονταν τραπεζομάντιλα , αποκαλύπτονταν τα χαλιά, μαζεύονταν τα πλαστικά καλύμματα από τα τραπέζια και τα πατώματα, ανοιγόκλεινα τα μάτια μου και όλα γίνονταν όπως πριν.

Μια χρονιά, κάποια θεία μας χάρισε ένα χριστουγεννιάτικο δέντρο και μερικά στολίδια. Ήταν η πρώτη φορά που θα στολίζαμε χριστουγεννιάτικο δέντρο. Αν δεν μας το χάριζαν, ποτέ δεν θα αγοράζαμε. Όχι γιατί ήμαστε φτωχοί, αλλά γιατί ήταν μια περιττή πολυτέλεια. Ήταν ένα μικρό, ούτε μισό μέτρο ύψος δεν είχε, πλαστικό και κακομοιριασμένο δέντρο. Δεν έμοιαζε καθόλου με αυτά που έβλεπα στα βιβλία. Το ανεβάσαμε πάνω σε ένα τραπεζάκι δίπλα στο παράθυρο του σαλονιού, για να φαίνεται τη νύχτα απ το δρόμο. Του βάλαμε βαμβάκια και φωτάκια πολύχρωμα και μια χάρτινη φάτνη και πέρασα μαζί του τα υπόλοιπα χρόνια ώσπου να ψηλώσω τόσο που να προτιμήσω την απουσία του από την θλιβερή παρουσία του. Στο μεταξύ μεσολάβησαν και τόσες χρονιές με πένθη που δεν έπρεπε να στολίζουμε δέντρο που ξεχάστηκε σε μια αποθήκη. Στα χρόνια της ύπαρξης του όμως, το ένοιωθα σαν την παρουσία ενός καλού πνεύματος στο σπίτι. Έτσι ξεγλιστρούσα κάθε τόσο και έμπαινα στο παγωμένο σαλόνι για να το θαυμάσω για λίγα λεπτά, να ρουφήξω την εικόνα του και να αποκοιμηθώ με την συντροφιά της.

Όσο δεν πήγαινα σχολείο και έμενα στο σπίτι, κοιμόμουν. Προσπαθούσα να κοιμάμαι όσο περισσότερο γινόταν. Μη νομίζετε πως ήταν κάτι εύκολο. Δεν επιτρεπόταν να κοιμάται κανείς ως αργά το πρωί. Ίσως να είμαι το μόνο παιδί που δεν κοιμόταν τα μεσημέρια γιατί δεν του το επέτρεπαν. Αφού λοιπόν έπρεπε να είμαι ξύπνια αλλά δεν μπορούσα να συναναστρέφομαι την οικογένειά μου άρχισα να δημιουργώ μηχανισμούς απομόνωσης. Άρχισα να ξεχωρίζω το εγώ από το εκείνοι. Όλα αυτά που ένοιωθα και σκεπτόμουν όταν πήγα σχολείο βρέθηκαν σε πλήρη διάσταση και αντίθεση με αυτά που έλεγαν τα βιβλία. Μιλούσαν για παιδιά που έβλεπαν την μητέρα τους σαν την ομορφότερη γυναίκα στον κόσμο, για παιδιά που πηγαίνουν εκδρομές με τους γονείς τους, για οικογένειες χαμογελαστές και αγκαλιασμένες. Για γιαγιάδες που λένε παραμύθια. Για δώρα σε πολύχρωμα κουτιά με μεταξωτές κορδέλες. Το σκηνικό δεν έμοιαζε καθόλου. Έτσι άρχισα να κάνω μικρά βήματα προς την μελαγχολία. Δεν τολμούσα να ρωτήσω αν τα άλλα παιδιά είχαν όλα όσα έλεγαν τα βιβλία. Ήμουν βέβαιη όμως πως κάπως έτσι θα ήταν άλλα και αν δεν ήταν αυτό δεν άλλαζε τη δική μου ζωή.

Κυρίες και κύριοι δεν άντεχα το σκηνικό .

Όταν ξεκινά κανείς τη ζωή του η οικογένειά του είναι ο κόσμος. Δεν μπορείς να κρίνεις αν αυτό που βιώνεις είναι κανονικό ή μη κανονικό. Δεν μπορείς να ξέρεις σε τι μπορεί να οφείλονται τα πνιχτά κλάματα, τα κόκκινα μάτια. Η γιαγιά που αρρωσταίνει κάθε τόσο και μένει ξαπλωμένη. Η μητέρα που περνάει μέρες ολόκληρες στο κρεβάτι και άλλοτε πάλι δεν κοιμάται ολόκληρες νύχτες. Κανείς όμως δεν τα σχολίαζε αυτά. Κανείς δεν έλεγε κάτι. Φαινόταν σαν κανονικό. Είχα πιστέψει πως οι μεγάλοι αρρωσταίνουν χωρίς πυρετό και για αυτό δεν έρχεται ποτέ ο γιατρός να τους δει. Μόνο ο πατέρας ακολουθούσε ένα συγκεκριμένο πρόγραμμα χωρίς ακρότητες και χωρίς αλλαγές. Εκείνος δεν ήταν ποτέ άρρωστος. Όταν όμως η μαμά ήταν άρρωστη εγώ φοβόμουν πολύ. Φοβόμουν περισσότερο από τη σιωπή. Πρέπει να πω πως την πρώτη πολιτική έννοια που κατανόησα αμέσως ήταν ο όρος “ψυχρός πόλεμος”. Όταν οι γονείς μου καυγάδιζαν, μετά τα κλάματα και τις φωνές που δεν διαρκούσαν πάνω από μερικά λεπτά, ακολουθούσαν μακριές ατέλειωτες περίοδοι ψυχρότητας. Μέρες, εβδομάδες, μήνες, ολόκληρες εποχές. Ώσπου ερχόταν ένας θάνατος λυτρωτής και άρχιζαν πάλι να απευθύνονται ο ένας στον άλλο.  Το σπίτι εγκαταλειπόταν στην τύχη του. Τα αντικείμενα συσσωρεύονταν παντού. Μικροπράγματα, βίδες φουρκέτες, κλωστές, γραμμένα χαρτάκια, καραμέλες, μολύβια, χαλασμένα στυλό, γόμες, σακουλές. Άδεια βαζάκια, πλαστικά κεσεδάκια γιαουρτιού, μπουκάλια, τα χασαπόχαρτα, άδεια λερωμένα κουτιά από γλυκά. Όλα ήταν εκεί. Πάνω στο τραπέζι, μέσα στην φρουτιέρα, πάνω στους πάγκους της κουζίνας μέσα σε συρτάρια. Τακτοποιημένα δήθεν, μήπως χρειαστούν σε κάτι. Εν αναμονή. Ποτέ δεν χρειάστηκαν, ποτέ δεν τα θυμήθηκε κάποιος όταν χρειάστηκαν αλλά και ποτέ δεν πετάχτηκαν. Μόνο μεταφέρονταν. Από την φρουτιέρα σε ένα κουτί και το κουτί σε ένα συρτάρι και όταν γέμιζε το συρτάρι, μεταφερόταν μαζί με άλλα τέτοια χρήσιμα κουτιά σε ένα ντουλάπι και από το ντουλάπι στην αποθήκη και από κει στο υπόγειο και με τα χρόνια γέμισαν τα πάντα με πράγματα που νόμιζαν όλοι πως θα τα χρειαστούν κάποτε. Και όταν η μητέρα καθάριζε αυτά όλα τα χρήσιμα σκουπίδια διατηρούσαν την θέση τους, τίποτα δεν άλλαζε. Έτσι σιγά σιγά άρχισα να αναθεματίζω την τύχη της ιδιοκτησίας. Πίστευα πως αν έπρεπε να μετακομίσουμε κάποτε όλα αυτά θα τα ξεφορτωνόμαστε, θα μπορούσα να τα εξαφανίσω και κανείς να μην αναρωτηθεί ποτέ για την τύχη τους.

Αλλά εμείς ζούσαμε σε ένα δικό μας σπίτι, παραγεμισμένο ασφυκτικά όπως ήταν και τα αισθήματα μας. Στριμωγμένα, χωμένα, καλυμμένα που δεν έβγαιναν ποτέ στην επιφάνεια. Που δεν ήξεραν να εκτονώνονται . Έτσι έμαθα και εγώ για χρόνια να αποφεύγω να δηλώνω αισθήματα. Ζούσα σιωπηλά, με σκέψεις, χωρίς συγκρούσεις χωρίς αγκαλιές χωρίς ενθουσιασμούς.

Συχνά ερχόταν στην φαντασία μου η εικόνα πως μια μέρα ένα πρωί, βγάζαμε από μέσα μας μια δυνατή κραυγή και ελευθερώναμε τα αισθήματα μας και τα όνειρα μας. Εξαφανίζαμε τα σκουπίδια και τα περιττά και μέναμε να ζούμε σένα λευκό άδειο σπίτι με μια πολυθρόνα γι α τον καθένα μας. Μόνο αυτό. Με μυρωδιές από λουλούδια, χωρίς να μαγειρεύει κανείς, χωρίς να μυρίζει το καμένο βούτυρο.

Μου άρεσαν τα πολύχρωμα φουστάνια και τα κόκκινα κραγιόν στις γυναίκες. Έβαφα τα νύχια μου κρυφά με το μερκουροχρώμ .

Πολύ νωρίς είχα αποφασίσει μέσα μου να διαχωρίσω την θέση μου από την οικογένεια. Δεν το δήλωσα σχεδόν ποτέ. Απλά τους απόφευγα. Ήταν “toomuch” αυτή η μητέρα για την ιδιοσυγκρασία μου. Και ο πατέρας ήταν “tooneutral”.

Κι έτσι μεγάλωσα μόνη μου, σε μια συνεχή προσπάθεια να είμαι αόρατη. Σε μια συνεχή κατάσταση συρρίκνωσης. Όλοι μεγαλώνουν τελικά.

oneireftis

Περιμένοντας

woman1

Ένα κύμα με τραβάει προς τα κάτω. Το κεφάλι μου είναι ένα σμάρι από μέλισσες. Έχω την εντύπωση πως τα μόρια του βρίσκονται σε διαδικασία αποσύνθεσης. Τα βλέφαρα μου είναι κολλημένα. Προς στιγμήν σκέπτομαι να τα παρατήσω, να αφεθώ. Με ταξιδεύει κάπου αυτή η αίσθηση. Μέσα σε ένα σεντούκι πόνου. Ένας πόνος βαθύς και παλιός που παλεύει να με φτάσει. Στο κεφάλι μου αντηχεί μια κιθάρα και η φωνή του Σιδηρόπουλου.

«Νάμαστε στα ίδια μονοπάτια,  νάμαστε στην ίδια γειτονιά …νάμαστε μαστούρια όλη μέρα, ο ένας στο κεφάλι τ αλλουνού»

Νοιώθω τον ήλιο στο πρόσωπο μου και τα πόδια πλέουν μέσα σε μια μόνιμη ζαλάδα.

Είμαι υπνωτισμένη και έχω λάβει εντολή να περιμένω. Περιμένω ένα τηλεφώνημα. Περιμένοντας δεν μπορώ να απομακρυνθώ σε άλλο δωμάτιο μήπως και δεν ακούσω το κουδούνισμα. Δεν μπορώ να τηλεφωνήσω για να μην απασχολώ την γραμμή. Είμαι σε κατάσταση ταραχής και αποσυντονισμού. Προσποιούμαι πως διαβάζω, πως άκουω μουσική, πως είμαι απασχολημένη δεν μπορώ να κάνω τίποτα, περιμένοντας. Μπορώ μόνο να είμαι δίπλα στο τηλέφωνο.

Χτυπάει, προσπαθώ να δείξω πως δεν περιμένω. Θέλω να το αφήσω να χτυπήσει μερικές φορές. Αδύνατον, ανάμεσα στο πρώτο και το δεύτερο κουδούνισμα μεσολαβεί μια αιώνια παύση που με τρομοκρατεί. Το σηκώνω, είναι άλλος. Θέλω να το κλείσω αμέσως γιατί ακριβώς αυτή τη στιγμή μπορεί να με καλεί εκείνος. Προφανώς γίνομαι αγενής.Δεν είμαι σε θέση να σκεφτώ ούτε μια ευγενική δικαιολογία. Επιστρέφω στην κατάσταση της αναμονής.

Τα δευτερόλεπτα περνούν και βουλιάζοντας στην απελπισία αναζητώ  ένα τρόπο για να ξεφύγω από το βασανιστικό συναίσθημα μου. Ξεκινώ μια διαδικασία αποκαθήλωσης. Αρχίζω να καλλιεργώ θυμό. Θυμώνω γιατί είναι υπεύθυνος για την κατάσταση μου. Έχω φτάσει σ αυτό το σημείο εξ αιτίας του. Εγώ ανησυχώ και εκείνος ίσως τώρα είναι απασχολημένος με κάτι άλλο. Ίσως διαβάζει εφημερίδα, ίσως είναι με τους φίλους του και δεν του περνά από το μυαλό ότι περιμένω. Η ιδέα ότι για εκείνον υπάρχουν θέματα που έχουν προτεραιότητα ενώ για μένα όχι, μου πυροδοτεί τις πρώτες σπίθες θυμού. Η αγωνία,  ότι αγαπώ περισσότερο απ’ ότι αγαπιέμαι.

Η απουσία του άλλου, με κρατά με το κεφάλι κάτω από το νερό. Σιγά σιγά πνίγομαι, ο αέρας μου λιγοστεύει απελπιστικά. Μέσα από το βίωμα αυτής της τελευταίας στιγμής βεβαιώνομαι πως μόνο ο έρωτας μου έχει αξία για μένα και χωρίς αυτόν το μόνο που μπορώ να κάνω είναι να αφεθώ.

Η απουσία διαρκεί και πρέπει να την αντέξω. Έξαφνα μια σκέψη εισβάλει στο μυαλό μου, μήπως ο άλλος δεν με ποθεί αρκετά ώστε να θέλει να βρίσκεται κοντά μου όσο και εγώ. Μήπως η απουσία του είναι ηθελημένη.

Και τι θα κάνω όταν επιτέλους μου τηλεφωνήσει, όταν τον συναντήσω. Θα μπορέσω να κρύψω τον θυμό μου, άραγε. Θα προσποιηθώ πως δεν κατάλαβα καθόλου την αργοπορία του. Να κάνω σκηνή, ώστε να δώσω μια διέξοδο στα συναισθήματα μου. Και εάν με παρασύρουν σαν χείμαρρος και ξεσπάσω σε δάκρυα μπροστά του και ταπεινωθώ. Δεν θα ήθελα ποτέ να μου συμβεί κάτι τέτοιο. Φοβάμαι μήπως γίνω φορτική και δυσάρεστη. Έτσι επιλέγω να κρύψω τα συναισθήματα μου.

Κοιτάζω το ρολόι, τηλεφωνώ στο 141, το διορθώνω, ανοίγω το ραδιόφωνο. Ξαπλώνω στο πάτωμα, κρύβω το κεφάλι μου κάτω από τα μαξιλάρια και αναλύομαι σε βουβά δάκρυα.Πιεζω τα μαξιλάρια στο πρόσωπο μου για να σταματήσω, θέλω να αντισταθώ. Μάταια, στο τέλος παραδίνομαι.

Θέλω ένα τσιγαράκι. Το ανάβω και ξεφυσάω τον καπνό, μαζί και τον καημό.

Tο “I want you” του  Elvis Costelo, γεμίζει το κεφάλι μου, αποκοιμιέμαι.

Τι βασανιστήριο που είναι ο έρωτας. Δεν βοηθάει σε τίποτα  να τον παλεύεις και να του αντιστέκεσαι. Πρέπει να αφήνεσαι, να ανοίγεσαι να τον αφήνεις να σε διαπερνά. Να γίνεσαι  δεκτικός, όπως η γη δέχεται το νερό. Το συγκρατεί και μ αυτό τροφοδοτεί, όλα όσα ξεπηδούν από μέσα της.

Μέσα από έναν έρωτα μαθαίνεις να αγαπάς χωρίς να σε εμποδίζει το εγώ σου, χωρίς να περιμένεις τίποτα.  Μαθαίνεις να αγαπάς ένα παιδί και μετά το σύμπαν για χάρη του. Και τότε κατακτάς την ηρεμία. Δέχεσαι και αγαπάς το ρόλο της κλωστής στο παγκόσμιο σχέδιο, το ρόλο της σταγόνας στον ωκεανό.

Ένα γλυκό μούδιασμα με αγκαλιάζει. Γίνομαι ρευστή και διάφανη σα σταγόνα. Είμαι πολύ κουρασμένη, αφήνομαι να γλιστρήσω σε μια θάλασσα.

oneireftis

 

Προσκληση σε γευμα, την εποχη της ευδαιμονίας

chocolat

Το πιθανότερο είναι ότι πρόκειται για πρόσκληση σκοπιμότητας ή από ανάγκη επέκτασης  κοινωνικών επαφών “just in case”, σκέφτηκα σε μια προσπάθεια να ερμηνεύσω την επιμονή του, να μας τραπεζώσει κυριακάτικα.

Απ την άλλη είναι πολύ δύσκολο να αρνηθεί κανείς, αν δεν τρέφει κάποια ειδική και συγκεκριμένη αντιπάθεια. Εξάλλου, πρέπει να ομολογήσω ότι πάντα θεωρούσα τιμή μου την πρόσκληση που μου απευθύνεται. Έτσι πρέπει  να αντιμετωπίζονται οι προσκλήσεις, για να έχουμε ένα καλό επίπεδο κοινωνικών σχέσεων.

Η μόνη επιφύλαξη που είχα ήταν ότι, ο συγκεκριμένος άνθρωπος δεν με ενθουσίαζε και επιπλέον έπρεπε να ταξιδέψουμε σε ένα από αυτά τα νεόδμητα προάστια  μακριά από την πόλη. Last but not least είχα να ξεπεράσω και την γκρίνια του άνδρα μου, που συνοδεύει οποιαδήποτε πρόσκληση  εκπορεύεται από αγνώστους σε αυτόν, ανθρώπους.

Τοποθετήσαμε το μωρό στο καρεκλάκι του. Αγόρασα μια “in” τούρτα, από ένα πολύ ακριβό ζαχαροπλαστείο , ένδειξη κατά τη γνώμη μου καλού γούστου.  Και πήραμε τον μακρύτερο δρόμο, προσφιλή επιλογή του Γιάννη προκειμένου να αποφύγουμε την κίνηση των φυσιολογικών δρόμων.

Σε κάποιο σημείο της διαδρομής χτύπησε το κινητό μας για να ρωτήσουν οι οικοδεσπότες, σε ποιο σημείο της διαδρομής βρισκόμαστε, προκειμένου να βράσουν τα μακαρόνια… Διέκρινα κάποιο άγχος που το έκρινα υπερβολικό .  Μετά από αρκετή ώρα, φτάσαμε στον προορισμό μας στην άκρη ενός οικισμoύ με σπίτια απομίμηση βίλας στην πλαγιά ενός βουνού όπου διέκρινες υπολείμματα δάσους.

Το μωρό είχε κοιμηθεί και είχε βραχεί επίσης, οπότε μπαίνοντας στο σπίτι κατευθύνθηκα αμέσως στο μπάνιο.

Ως πρωτάρα  μητέρα, νοιώθω την προσοχή μου διασπασμένη μεταξύ του δίχρονου μωρού μου και της οικοδέσποινας.  Μου φαίνεται πολύ καθωσπρέπει  και αδιάφορη για το γούστο μου.  Εκείνο που με ενοχλεί πιο πολύ είναι ότι την βρίσκω μάλλον άσχημη.

Δεν προλαβαίνω να καθίσω και με προσκαλεί σε ξενάγηση στους χώρους του σπιτιού.

Η ερώτηση που θέλω πάντα να κάνω σε αυτού του είδους τα σπίτια είναι “εδώ ζείτε;” Πως γίνεται και δεν υπάρχει τίποτα που να δηλώνει ότι εδώ ζουν και κινούνται άνθρωποι;  Δεν ακουμπούν στα πράγματα. Περνάνε σαν σκιές δίπλα τους;

Σαν να διαβάζει την σκέψη μου, προλαβαίνει να εξηγήσει ότι η τελειότητα που αντικρίζω είναι προϊόν προσωπικού της κόπου και επισταμένης μελέτης περιοδικών διακόσμησης. “Φαίνεται ότι είναι προσωπική σου επιλογή ” παρατηρώ με σοβαρό ύφος και είμαι πολύ ευχαριστημένη με τον εαυτό μου που τα κατάφερα να εκφράσω αυτό που σκεπτόμουν χωρίς να την προσβάλω.  Από κει και πέρα όμως αρχίζει ο Γολγοθάς μου. Πήρε θάρρος και λειτουργεί πια σαν πωλήτρια , σε κάθε τι που στρέφω το βλέμμα μου απαγγέλλεται μια μικρή ιστορία και φυσικά η τιμή του. Καταιγισμός λεπτομερειών απόκτησης και συγκρίσεις τιμών εξαφανίζουν κάθε περιθώριο απόλαυσης,

Το τραπέζι είναι στολισμένο σαν λατέρνα. Οι πετσέτες είναι διπλωμένες σε σχήμα πεταλούδας ή πουλιού, αδυνατώ να το προσδιορίσω. Νοιώθω ότι περιμένουν σχόλια για τις πορσελάνες που ήρθαν από την Τσεχοσλοβακία. Δεν αντέχω να κάνω κομπλιμέντα και παρατηρώ ευγενικά ότι για το μωρό θα ήταν καλύτερα να βάλουμε ένα πιο απλό πιάτο, γιατί του αρέσει ιδιαίτερα να ακούει τον ήχο που κάνουν τα πιάτα με τα μαχαιροπήρουνα .

Ο εφιάλτης κλιμακώνεται. Το μενού περιλαμβάνει όλα αυτά τα φαγητά που θα είχε ένα πλούσιο τραπέζι όπως το αντιλαμβάνονται τα ξενοδοχεία και τα περιοδικά μεγάλης κυκλοφορίας. Αστακός, χαβιάρι και σολομός με βότκα. Αυτό το τελευταίο ήταν η αποθέωση.

Το βλέμμα μου έχει αρχίσει να γίνεται απλανές και αφηρημένο. Παίρνω βαθιές ανάσες για να μην κοιμηθώ και μετράω τα στάδια που μας απομένουν μέχρι την λυτρωτική έξοδο.

Σκέφτομαι επιχειρήματα για να επαναφέρω τον εαυτό μου στην τάξη. Αν δεν την κάνω σωστά αυτή την επίσκεψη απλώς είμαι ηλίθια. Έχω χάσει μια ολόκληρη μέρα από την ζωή μου ήδη, δεν υπάρχει κανένας λόγος να δημιουργήσω και δυο εχθρούς.  Στην τελική ανάλυση της κατάστασης δεν είναι και έγκλημα να θες να υποδύεσαι τον πλούσιο. Είναι ανθρώπινο.

Η κοπέλα όμως δεν με αφήνει να ηρεμήσω. Είναι μια κάργια. Με ενοχλεί η φωνή της, τσιρίζει και διαβλέπω μια έμφυτη αγένεια. Η ίδια δεν θα το έλεγε βέβαια για τον εαυτό της, γιατί αυτοθαυμάσθηκε όταν κατάφερε να μην πει τίποτα, βλέποντας τον μικρό μου γιο, με τα παπούτσια πάνω στον άψογο καναπέ της. Το εκτίμησα, και τον κατέβασα μόνη μου, άλλωστε οφείλουμε να σεβόμαστε το χώρο των συνανθρώπων μας, ανεξάρτητα απο τα αισθήματα που τρέφουμε.

Με θλίβει βαθιά η απουσία σημαινόμενου σε όλο αυτό το σκηνικό. Υπάρχουν μόνο σημαίνοντα. Το μήνυμα είναι ένα “We are lost” .      Στη διάρκεια μιας μεγάλης περιόδου της ζωής μου, έλεγα πάντα ” …όμως δεν είναι κακός άνθρωπος”. Τώρα πια νομίζω  πως προτιμώ τους κακούς ανθρώπους, από αυτούς που δεν είναι κακοί αλλά συγχρόνως δεν είναι και τίποτα.

Οι κακοί άνθρωποι έχουν άποψη για τη ζωή, που προσδιορίζεται πάντα ανταγωνιστικά σε σχέση με τους συνανθρώπους τους, αλλά συνήθως έχουν και ψυχή που βαθιά μέσα τους πονάει για κάτι πολύ βαθύ και αυτός ο πόνος είναι που θολώνει την εικόνα που έχουν για τον κόσμο.

Φοβάμαι πια, πιο πολύ αυτούς που δεν έχουν πονέσει ποτέ και αυτό είναι κάτι που δεν κρύβεται.

Όλοι αυτοί με τις ανώδυνες ζωές, ζουν υπό το καθεστώς του μεγαλύτερου φόβου, με το φόβο πως μπορεί να πονέσουν. Κι έτσι αποφεύγουν την μοναδική ευκαιρία αναμέτρησης με τον εαυτό τους.

Αυτή είναι και η κεντρική ιδέα του πολιτισμού της κατανάλωσης. Ελάτε σε μας για μια ανώδυνη ζωή. Θα χειριστούμε εμείς το θέμα. Η ευδαιμονία σας είναι αστεία υπόθεση για μας. Είναι μια μαγική συνταγή που μπορούμε να σας την πουλάμε σε μερίδες, κλεισμένες μέσα στα κουτάκια των αναψυκτικών, στα μπουκάλια των ποτών και στα επώνυμα  ρούχα. Η ευδαιμονία είναι αγαθό που μπορείτε να αποκτήσετε μέσα από ένα λαμπερό αυτοκίνητο και προκάτ διακοπές πολυτελείας.

Μια εύθραυστη ευδαιμονία όμως που ισορροπεί στα όρια της παραίσθησης γιατί τα αντικείμενα προς οικειοποίηση τείνουν στο άπειρο . Όσο πολλαπλασιάζονται τόσο η ψυχή αδειάζει καθώς δεν ανατροφοδοτούν την ενέργεια της.

Με εξαντλημένη ενέργεια, σαν κουρδιστό που το έχουν ξεχάσει, χαιρέτησα και ευχαρίστησα μηχανικά τους οικοδεσπότες.  Πήραμε το δρόμο του γυρισμού, με μοναδικό όφελος την επίγνωση του κενού._

 

Oneireftis